Η «αντεγκληματική πολιτική» και η κατασκευή της συναίνεσης ή το μαγικό ραβδί της Δημοκρατίας.

Αναδημοσίευση από το 3ο φύλλο της εφημερίδας μας.

Δεν θα βρισκόταν κανείς να διαφωνήσει, αν λέγαμε ότι η εξουσία δημιουργεί το πλαίσιο προστασίας της από τους εξουσιαζόμενους θεσπίζοντας νόμους, επιβάλλοντάς τους και περιφρουρώντας τους. Και δεν θα βρισκόταν κανείς να διαφωνήσει, απλούστατα γιατί το καθημερινό βίωμα αποδεικνύει ότι η ίδια η φύση του Νόμου είναι απροκάλυπτα προστατευτική για εκείνους που καρπώνονται τα οφέλη ενός εκμεταλλευτικού συστήματος και, ταυτόχρονα, αμείλικτα εχθρική απέναντι στους αποκλεισμένους και τις αποκλεισμένες, τους αντιστεκόμενους και τις αντιστεκόμενες. Αυτό το προφανές γεγονός της «ευλυγισίας» του Νόμου, δυνάμει βόμβα στα θεμέλια της «κοινωνικής γαλήνης», επιχειρείται συστηματικά να απαντηθεί από την κυριαρχία, άλλοτε με περισσότερη κι άλλοτε με λιγότερη επιτυχία, μέσω της χάραξης «αντεγκληματικών πολιτικών», δηλαδή πολιτικών που διακηρύσσουν την υποτιθέμενη πρόθεση της εξουσίας να «προστατεύσει τον πολίτη από το έγκλημα».  Πρόκειται για συνολικές πολιτικές που, κι αν παρουσιάζονται εστιασμένες στην «καταπολέμηση του εγκλήματος και την προστασία της κοινωνίας από αυτό», στην ουσία δεν είναι παρά η πολεμικής έντασης προσπάθεια αφενός καθορισμού των ορίων του επιτρεπτού μέσα σε ένα περιβάλλον εκμετάλλευσης και καταπίεσης και αφετέρου διαστρέβλωσης μιας πραγματικότητας, ικανής να πείσει και τους αφελέστερους για τις προθέσεις των αφεντικών, των κρατών, της εξουσίας συνολικά.

Φυσικά, ως εργαλεία διαχείρισης του κοινωνικού ανταγωνισμού που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του συστήματος, οι αντεγκληματικές πολιτικές δεν εμφανίζονται πάντα με την ίδια μορφή ούτε και προωθούνται με τον ίδιο τρόπο. Οι  ανάγκες των κυριάρχων καθορίζουν τόσο την ένταση όσο και την έκταση που αυτές καλούνται να λάβουν, ανάλογα με τη συγκυρία μέσα στην οποία θεσπίζονται, και, παρά το γεγονός ότι ο βασικός άξονας που τις διατρέχει μπορεί να συνοψιστεί στις λέξεις «Ησυχία, Τάξη κι Ασφάλεια», οι τρόποι με τους οποίους επιχειρείται να παγιωθούν κοινωνικά παρουσιάζουν κατά καιρούς τεράστιες αποκλίσεις.

Έτσι, κι αφού κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων το μοντέλο της παραδοσιακής Δεξιάς απέδειξε ότι δεν διαθέτει τα ιδεολογικά εργαλεία που θα το καθιστούσαν ικανό να διαχειριστεί μια βαθιά κρίση –εκτεινόμενη πολύ πέρα από το οικονομικό πεδίο, σε σημείο που να αμφισβητείται πλέον συνολικά η πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση του ίδιου του συστήματος- , τη θέση του ήρθε να πάρει εκ νέου η δοκιμασμένη εναλλακτική της ελληνικού τύπου σοσιαλδημοκρατίας. Καθώς η κοινωνική πόλωση βαθαίνει όλο και περισσότερο, η Δημοκρατία προσπαθεί με κάθε μέσο να κατασκευάσει μια ισχυρή συναίνεση, που θα της επιτρέψει να ξεπεράσει την κρίση της διαλύοντας τις αντιστάσεις της κοινωνίας.

Ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η επιστράτευση της πολιτικής διγλωσσίας, της μεταστροφής των εννοιών και της απογύμνωσης των λέξεων από το νόημά τους. Και, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, επιλέχθηκε ως καταλληλότερος αντιπρόσωπος του νέου πολιτικού δόγματος ένας ημιπαράφρων σε παραλήρημα μεγαλείου, που όμως μπορούσε να παρουσιάζεται ως μετριοπαθής, δημοκράτης, δίκαιος και εργατικός. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι μία από τις πρώτες μέριμνες του νέου κυβερνητικού σχήματος ήταν η μετονομασία διαφόρων υπουργείων, και κυρίως αυτού της Δημόσιας Τάξης, το οποίο, σε μια κυνική επίδειξη αδιαφορίας για το κοινό αίσθημα -που δικαίως κατατάσσει τους υπαλλήλους του στην κατηγορία των δολοφόνων-, θα ονομάζεται πια «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη»! Όπως επίσης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο ότι τόσο ο νέος πρωθυπουργός όσο και ο νέος «Προστάτης του Πολίτη» αφιέρωσαν κάποιες από τις πρώτες τους δηλώσεις στον αντιεξουσιαστικό χώρο, λέγοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι οι αντιεξουσιαστές τους είναι πολύ συμπαθείς, και γι’ αυτό θα πρέπει να τους βοηθήσουν να απαλλαγούν από τους «χούλιγκαν που έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις τους». Ήδη αυτή η ανατριχιαστική απόπειρα εξωραϊσμού της επερχόμενης κρατικής βίας ήταν αρκετή για να δημιουργήσει ένα κλίμα ευφορίας στους μεγάλους δημοσιογραφικούς οργανισμούς, που έσπευσαν να επικυρώσουν την ούτως ή άλλως παραδοσιακή τους συμμαχία με το ΠΑ.ΣΟ.Κ και να αναλάβουν να διακηρύξουν τη γνωστή «ανάγκη για Τάξη και Ασφάλεια». Εν τω μεταξύ, κι ενώ ο «Προστάτης του Πολίτη» προβαίνει σε συνεχείς, ανώδυνες εξαγγελίες (για σύλληψη των ηθικών αυτουργών της επίθεσης στην Κ.Κούνεβα, για προστασία των μεταναστών, για πάταξη της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, για «κάθαρση» της αστυνομίας από ακροδεξιά στοιχεία  κ.τ.λ.), ταυτόχρονα επικηρύσσει –και αναδεικνύει σε Νο1 κίνδυνο για τη Δημοκρατία- 3 φυγόδικους αναρχικούς που κατηγορούνται για μια ληστεία τράπεζας, αλλά και συνεχίζει το κυνήγι μαγισσών που ξεκίνησε με την εισβολή των μπάτσων σε ένα σπίτι στο Χαλάνδρι και τη μετατροπή του σε «γιάφκα» από τους δημοσιογράφους. Παράλληλα, η κρατική βία αγγίζει νέα επίπεδα, όπως διαφάνηκε και από την πρωτοφανή αστυνομική κατοχή των πόλεων τον Δεκέμβρη του 2009, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και την εξέγερση. Τέλος, η αναγκαιότητα για ανάκτηση του εδάφους που χάθηκε με την εξέγερση του Δεκέμβρη, διαχέεται στην κοινωνία μέσα από τις συνεχείς αναφορές στην «αύξηση της εγκληματικότητας» και την «ανεπάρκεια της αστυνόμευσης». Ο στόχος προφανής: η κατασκευή ενός κλίματος ακραίας ανασφάλειας και απειλής που, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως υπάρχουσα ανασφάλεια που γεννά η οικονομική κατάσταση του κράτους, θα πείσει και τους πιο μαχητικούς να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε προσπάθεια διεκδίκησης των αυτονόητων και να υποταγούν στους εκβιασμούς της εξουσίας.

Ιδιαίτερη θέση μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη καταλαμβάνουν οι μετανάστες, οι κατεξοχήν αποκλεισμένοι του Δυτικού Κόσμου. Η νέα πολιτική διαχείριση ανέλαβε τα καθήκοντά της υποσχόμενη «δικαιοσύνη και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και επιρρίπτοντας ευθύνες στους προκατόχους της για «υπόθαλψη ρατσιστικών φαινόμενων». Η αποφασιστική της κίνηση σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα ήταν ο σχεδιασμός ενός νομοσχεδίου που προβλέπει την παροχή της ελληνικής ιθαγένειας στους επί μακρόν διαβιούντες στη χώρα και στους μετανάστες δεύτερης γενιάς, καθώς και τη χορήγηση δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές για τις παραπάνω κατηγορίες μεταναστών. Το νομοσχέδιο επέτρεψε στο μεγαλύτερο κομμάτι της Αριστεράς να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιουργεί η χρόνια απραξία της και να δηλώσει συμπαράσταση στις -κυβερνητικές πια- «δυνάμεις της προόδου», κλείνοντας τα μάτια και τα αυτιά στις δηλώσεις του γνωστού «Προστάτη», που καθιστά με κάθε ευκαιρία σαφές ότι το αγγελικά πλασμένο νομοσχέδιο θα συνοδεύεται από «μηδενική ανοχή στη λαθρομετανάστευση», πράγμα που σημαίνει ότι το τίμημα για την «ελληνοποίηση» ενός μετανάστη θα είναι η θανατική καταδίκη πολλών χιλιάδων που θα πνιγούν στο Αιγαίο, θα ανατιναχθούν στα ναρκοπέδια του Έβρου ή θα επιστρέψουν σε χώρες κατεστραμμένες από την επέμβαση της Δύσης. Κι ενώ η Αριστερά προσφέρει χωρίς δεύτερη σκέψη τη συναίνεσή της, πολυπόθητη για την κυβέρνηση καθώς παρουσιάζεται ως συναίνεση όλων των αντιστεκόμενων, το νομοσχέδιο αποτελεί και το προνομιακό πεδίο για την ανάπτυξη μιας ακροδεξιάς πολιτικής ατζέντας. Όλο το φάσμα του εθνικιστικού συρφετού, από τους γραφικούς θαυμαστές του Αδωνίδος Γεωργιάδη ως τους Χίτες-χούφταλα του Στόχου και τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής έχουν συσπειρωθεί πίσω από σύνθημα «Έλληνας γεννιέσαι-δεν γίνεσαι», καλώντας σε πόλεμο κατά των μεταναστών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ρίσκο είναι καλά υπολογισμένο από τους επιτελικούς σχεδιαστές της κυβερνητικής πολιτικής, προκειμένου να προβληθεί ότι, παρά τις «ακραίες φωνές» που μοιραία θα ακούγονται από τα περιθώρια του πολιτικού φάσματος, η Δημοκρατία παρέχει τη βέλτιστη λύση, έχοντας στο πλευρό της όλες τις προοδευτικές δυνάμεις.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, με αφορμή το νομοσχέδιο για τους μετανάστες, έχει ξεκινήσει μια μεγάλη κουβέντα για το τι πρέπει να γίνει με τους μετανάστες και το αν πρέπει κάποιοι (πολύ λίγοι έτσι κι αλλιώς) να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα ψήφου. Όμως η ουσία της κουβέντας δεν βρίσκεται ούτε στην «κουτσή» και περιορισμένης εμβέλειας ελευθερία, που τάζει το νομοσχέδιο, ούτε στα εθνικιστικά – φασιστικά – ρατσιστικά παραληρήματα κάθε υπερπατριώτη.

Το νομοσχέδιο αποτελεί τη φυσική συνέχεια όλων των διωγμών που υπέστησαν οι μετανάστες όλο το προηγούμενο διάστημα με αποκορύφωμα το καλοκαίρι του 2009 (και οι οποίοι συνεχίζονται μέχρι και τις σοσιαλιστικές μέρες μας) και που έλαβαν χαρακτηριστικά εθνοκάθαρσης, καθώς όποιος ήταν μελαψός αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει επιχειρήσεις-σκούπα, βασανιστήρια στα τμήματα, δολοφονίες στα σύνορα και τις πόλεις, εξευτελισμούς και ό,τι άλλο περιλαμβάνει το οπλοστάσιο του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού και του κάθε παρατρεχάμενου φασιστάκου. Μετά τη τρομοκρατία και τις απελάσεις, το ελληνικό κράτος νομιμοποιεί ένα μικρό κομμάτι μεταναστών και ταυτόχρονα θέτει σε χειρότερη θέση όσους έχουν καταφέρει να επιζήσουν της ζεστής ελληνικής φιλοξενίας.

Οι μετανάστες δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακόμα κοινωνικό κομμάτι, το οποίο εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής και κοινωνικής του κατάστασης, καθώς και της δυσκολίας επικοινωνίας λόγω της διαφορετικής γλώσσας και κουλτούρας, βιώνει καθημερινά ένα πλέγμα κοινωνικών αποκλεισμών, με συνέπεια να καθίσταται έρμαιο στις ορέξεις κάθε μικρού και μεγάλου αφεντικού. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχτισαν με το ίδιο τους το αίμα το όραμα της μεγάλης Ελλάδας των Ολυμπιακών Αγώνων και τροφοδότησαν με πολύ χρήμα τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και ότι ήρθαν εδώ εξαιτίας της λεηλασίας των χωρών τους από την καπιταλιστική Δύση, μέρος της οποίας είναι και η Ελλάδα (άλλωστε, ο Ελληνικός Στρατός με προθυμία ανέλαβε δράση στο κατεχόμενο από το ΝΑΤΟ Αφγανιστάν). Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η ελληνοποίηση ενός μικρού αριθμού μεταναστών, που ούτως ή άλλως γεννήθηκαν και ζούνε σε αυτόν το τόπο, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τρικ της νέας πολιτικής διαχείρισης, το οποίο στην ουσία κατοχυρώνει, για τα επόμενα χρόνια, τους πιο επαχθείς όρους εκμετάλλευσης και καταπίεσης για το μεγαλύτερο κομμάτι των μεταναστών. Ταυτόχρονα, το ΠΑΣΟΚ ευελπιστεί το νόμιμο κομμάτι να αποτελέσει και δεξαμενή ψήφων, στα πρότυπα των χιλιάδων ελληνοποιήσεων  που είχε κάνει η προηγούμενη κυβέρνηση, ενώ το ίδιο το κόστος της διαδικασίας ελληνοποίησης (με το οποίο, φυσικά, βαρύνονται οι «υποψήφιοι Έλληνες») θα αποφέρει χιλιάδες ευρώ στα κρατικά ταμεία. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν είναι σημαντικά τα δικαιώματα που θα πάρουν κάποιοι μετανάστες (ακόμα και για την ίδια την επιβίωσή τους), αλλά προφανώς είναι πολύ λίγα και έρχονται για να κρύψουν τα αιματοβαμμένα σύνορα, τις απελάσεις, την μηδαμινή χορήγηση ασύλου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και όλα αυτά που αποτελούν την μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους.

Το διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι το ποίος είναι Έλληνας, αλλά ποίος είναι εκμεταλλευόμενος, καταπιεσμένος και έχει συνείδηση της θέσης του. Το ζήτημα δεν είναι αν έχεις δικαίωμα να διαλέξεις τους διαχειριστές της ζωής σου, αλλά αν έχεις τη δυνατότητα να διαχειριστείς ο ίδιος τη ζωή σου. Τη στιγμή, λοιπόν, που από τη μεριά του κράτους εντείνονται συνεχώς οι όροι εκμετάλλευσης και καταπίεσης, κι ενώ οι μηχανισμοί προπαγάνδας προσπαθούν να μας επιβάλουν ένα σωρό διαχωρισμούς (για το χρώμα του δέρματος, για τους προνομιούχους, για τα μισθολογικά ρετιρέ, για τους χαρτοπαίκτες αγρότες του Κολωνακίου, για, για…), το ζητούμενο είναι η κοινωνική νομιμοποίηση των μεταναστών και κάθε αποκλεισμένου και, ταυτόχρονα, η ανάπτυξη της ταξικής και κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των κοινωνικών κομματιών που επιλέγουν να αντισταθούν και να βγουν στο δρόμο. Οφείλουμε να μην  επιτρέψουμε να κερδίσει έδαφος η γνωστή τακτική του «διαίρει και βασίλευε», την οποία εφαρμόζει από πολύ παλιά η «νέα» σοσιαλιστική πολιτική διαχείριση. Ντόπιοι και μη να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο, απέναντι στο Κράτος και το Κεφάλαιο, αναγνωρίζοντας ότι οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μεταξύ μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published.